Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθιμα του Δωδεκαημέρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθιμα του Δωδεκαημέρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

Τα κάλαντα



Τα παλιά τα χρόνια που δεν υπήρχαν τηλεοράσεις, διαδίκτυο, εφημερίδες κι ούτε καν πολλά βιβλία και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ήξεραν να γράφουν και να διαβάζουν, τα παιδιά την ιστορία του Χριστού, τη μάθαιναν μέσω της εκκλησίας από την ιστόρηση του Ευαγγελίου και κυρίως από τις εικόνες που παρουσίαζαν με πολλές λεπτομέρειες τη γέννηση αλλά και τα θαύματα και τα πάθη του Χριστού.
Παράλληλα βέβαια υπήρχε και η προφορική παράδοση, ιστορίες δηλαδή που έλεγαν οι μεγαλύτεροι και κυρίως οι παππούδες και οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους και τέλος υπήρχαν τα κάλαντα, τα οποία ιστορούσαν αναλυτικά τα γεγονότα της γέννησης του Θεανθρώπου.

Έτσι τέτοιες μέρες  ο κόσμος περίμενε, σαν θεόσταλτες, τις φωνές των παιδιών (ή και ενηλίκων), να φτάσουν ως την πόρτα του και να του αναγγείλουν τη χαρούμενη ώρα:
Image result for τα καλαντα

"Χριστός γεννάται σήμερον!"...

"Άγιος Βασίλης έρχεται.!"...

"Σήμερα τα Φώτα κι οι φωτισμοί!"...

Τα στόματα των παιδιών συνέχιζαν μέσα στους αιώνες τα πρώτα εκείνα κάλαντα των αγγέλων που, σύμφωνα με τη θρησκευτική παράδοση, ακούστηκαν τη νύχτα της Βηθλεέμ, πάνω από τα έκπληκτα κεφάλια των βοσκών:

- Δόξα να’ χει ο Θεός, ψηλά στον Ουρανό,
κι η γη ας γαληνεύει... ("Δόξα εν υψίστοις"  κλπ.)

Συνήθως τα παιδιά έβγαιναν βράδυ να πουν τα κάλαντα, την ώρα που καταστάλαζε ο μόχθος και ο θόρυβος της Παραμονής, όταν οι οικογένειες συγκεντρώ­νονταν με το νοικοκύρη μαζί κι ετοίμαζαν τα "εστιακά" τους Χριστούγεννα και την "εστιακή"  Πρωτοχρονιά, με τη φωτιά, το ιερό ψωμί και τα ξερά φρούτα...

Χτυπούσαν την κάθε πόρτα τα παιδιά, κρατώντας το φαναράκι της νύχτας - ένα άστρο χριστουγεννιάτικο για κάθε σπίτι - και χωρίς να περιμένουν την άδεια ("Να τα πούμε;") άρχιζαν ν' αφηγούνται το γεγονός της ημέρας, πάνω στο μουσικό ρυθμό των αιώνων, όπως τους τον κρατούσε το τύμπανο και το συρμάτινο τρίγωνό τους. Άλλοτε είχαν μαζί τους φυσαρμόνικες ή ακορντεόν, και στα νησιά βιολιά και κιθάρες:

Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου

για βγείτε, δέστε,  μάθετε, που ο Χριστός γεννάται...


Σε άλλες περιπτώσεις και ιδιαίτερα στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά κρατούσαν χάρτινο καράβι με χάρτινες ταινίες ή αστέρι ή μήλο ή πορτοκάλι. Αλλού κρατούσαν χλωρό ραβδί κρανιάς ή άλλου σκληρού δέντρου με το οποίο χτυπούσαν στην πλάτη  του ενοίκους, ενώ τραγουδούσαν κάποιο ευχετικό τραγούδι.
Το καλάντιασμα συχνά συνοδευόταν και με συμβολικές πράξεις που αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση της ευτυχίας του σπιτιού για τον καινούριο χρόνο όπως: το σκάλισμα της φωτιάς, το σκόρπισμα του σιταριού ή κριθαριού στην αυλή κλπ.
Ήταν μια ευλογία για το σπίτι η παρουσία των παιδιών. Οι ευχές, που πρωτόδιναν στο νοικοκύρη και στη νοικοκυρά, ήταν το πιο συγκινητικό συμβόλαιο - τουλάχιστον για κείνον το χρόνο - με τη ζωή και με το θεό...


Σ' αυτό το σπίτι πού ‘ρθαμε, πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει...

 

Η αμοιβή των μικρών καλαντιστών δεν ήταν ούτε ζητιανιά, ούτε φιλανθρωπία. Ήταν μια πράξη τελεστική, που και μόνη της έφερνε το ποθητό αποτέλεσμα: Την αφθονία των αγαθών και τον πλούτο στο σπίτι του νοικοκύρη. Έριχναν τα παιδιά το καλάθι ή του σακούλι τους, όσο έψαλλαν και η νοικοκυρά τους έβαζε μέσα ότι αντιπροσωπευτικό είχε των δικών της «ευχών»: καρπούς για την καλή σοδειά (συνήθως κάστανα και καρύδια), γλυκούδια (συνήθως κουλούρια) για την ευτυχία, νομίσματα για τον πλούτο... Στον Πόντο και την Καππαδοκία μάλιστα κάρφωναν τα νομίσματα σ' ένα μήλο, όπως οι Βυζαντινοί.
Στέκονταν στη μέση του σπιτιού και τραγουδούσαν, και από τα λόγια τους γινόταν παραμυθένιο το φτωχικό ή μέτριο νοικοκυριό του σπιτιού:

Εσένα πρέπει, αφέντη μου, στα πεύκια να κοιμάσαι,

βελούδα να σκεπάζεσαι κι αφέντης να λογάσαι.

Κυρά μου, σα θα στολιστείς, να πας στην εκκλησιά σου,

χρυσά λουλούδια πέφτουνε, απ’ την περπατησιά σου…

Αφέντη μου στα σπίτια σου χρυσές καντήλες φέγγουν,

φέγγουν στους ξένους να δειπνούν, στους ξένους να πλαγιάζουν

φέγγει και μια σ' το ταίρι σου να στρώνει να κοιμάσαι


απάνου στα τριαντάφυλλα κι απάνου κι απάνου στα μιμίτσια....
 

Εκτός από τους συνηθισμένους ευχητήριους στίχους, ανάλογα με το «νοικοκύρη του σπιτιού» προσθέτουν κατάλληλους στίχους. Έτσι, αν απευθύνονται σε τσέλιγκα, εγκωμιάζουν τα πρόβατά του με τα λόγια:


«Μέσα σε τούτη την αυλή τη μαρμαροστρωμένη

εδώ ‘να χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια

και χίλιασαν και μίλιασαν και γίν’καν τρεις χιλιάδες».



 


Ιστορικά: Η προέλευση των καλάντων
Την ονομασία τους, την πήραν από την λατινική λέξη calenda, που διαμορφώθηκε από το ελληνικό ρήμα καλώ. Παιδιά, κατά ομάδες, περιφέρονταν και περιφέρονται στα σπίτια, στους δρόμους, στα καταστήματα και τραγουδούν με ειδικό όργανο τραγούδια, που αφορούν τα Χριστούγεννα, τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς, τη γιορτή του Μ. Βασιλείου και μερικά και την Περιτομή του Χριστού.

Το έθιμο αυτό προϋπήρχε στην Ελλάδα, πριν από την Ρώμη.Τα παιδιά κρατούσαν ένα κλαδί ελιάς ή δάφνης, στολισμένο με καρπούς και άσπρο μαλλί (η λεγόμενη ειρεσιώνη, από το έριο = μαλλί), γύριζαν και τραγουδούσαν και τους έδιναν δώρα.
Μετά, πήρε το έθιμο αυτό και η Ρώμη. 
Στο Βυζάντιο κρατούσαν ραβδιά, ή φανάρια, ή ομοιώματα πλοιαρίων ή και κτιρίων, στολισμένα και τραγουδώντας, συνόδευαν το τραγούδι με κρούση τριγώνου ή τύμπανου... (περίφημος ο σχετικός πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα ο τυμπανιστής - 1832- 1927).
Σήμερα η βάση, και μάλιστα στους Πόντιους, διασώζεται άθικτη. Ακούμε κάλαντα πολλά και ποικίλα, με πολλές παραλλαγές και αποχρώσεις, στα διάφορα διαμερίσματα της χώρας μας.
(Από το βιβλίο «Ήθη, έθιμα και… άλλα» του Τιμόθεου Κ. Κιλίφη)
 
Παραλλαγές

Τα κάλαντα όπως και τα περισσότερα ελληνικά έθιμα ποικίλουν από τόπο σε τόπο.

Α. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Στη Μακεδονία υπάρχει το έθιμο της Πρωτοχρονιάς όπου άτομα μεγάλης ηλικίας γυρνούν μεταμφιεσμένα στα σπίτια. Η αμοιβή τους είναι: αλεύρι, τραχανάς, λουκάνικα και άλλα είδη τροφίμων. Αφού συγκεντρώσουν την ποσότητα που θέλουν, συγκεντρώνονται σ’ ένα σπίτι, μαγειρεύουν και γλεντούν. Πάλι μεταμφιεσμένοι και κρατώντας κουδούνια που δημιουργούν δυνατό θόρυβο περιφέρονται την παραμονή των Φώτων. Ο θόρυβος αποβλέπει να φοβίσει και να διώξει τους καλλικάντζαρους.

Β. ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ.
Στη Μύκονο :
τα παιδιά κρατούν στο χέρι τους φαναράκι που το ανάβουν στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου.

Στη Σίφνο:
για το κάθε παιδί γράφονται διαφορετικοί στίχοι από λαϊκούς ποιητές.

Στην Κέρκυρα:
εκτός από τα παιδιά με τη φυσαρμόνικα, περιφέρονται στα σπίτια ολόκληρα λαϊκά συγκροτήματα με βιολιά και ακορντεόν και τοπικές μπάντες.
Η ανταμοιβή για τους ύμνους και τις ευχές είναι κυρίως χρηματική και διάφορα κεράσματα.
(Από την εγκυκλοπαίδεια 2002)

Γ. ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗΣ.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά ηλικίας 12-15 ετών γύριζαν τα σπίτια με ένα κλαδί κρανιάς (σουρβάκια) και σούρβιζαν, δηλαδή χτυπούσαν το νοικοκύρη και τους οικείους στη ράχη λέγοντας:
Σούρβα, σούρβα
γερό κορμί, γερό σταυρί.
Σαν ασήμι, σαν κρανιά
και του χρόν' γούλοι γεροί
και καλόκαρδοι!
Δ. ΣΤΗ ΜΑΝΗ.

Καληνεσπέρα» (Χωριά της Έξω Μάνης).
Την παραμονή των Χριστουγέννων, με το ηλιοβασίλεμα βγαίναμε στην "Καληνεσπέρα". Όλα τα παιδιά είχαν φτιάξει τις παρέες τους, είχαν σχηματίσει ομαδούλες και είχαν ετοιμαστεί για τα κάλαντα με πολλές πρόβες.
Μπαίναμε στα σπίτια, που ήταν όλα ανοιχτά και περίμεναν, και αφού χαιρετούσαμε ρωτάγαμε:
- Να τα πούμε; να τα πούμε;
- Πέστε τα.
Ήταν πάντοτε καταφατική η απάντηση. Αρχίζαμε τότε δυνατά και πολλές φορές παράτονα "Καλήν εσπέρα άρχοντες..." και τελειώναμε: "σ’ αυτό το σπίτι πού ‘ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει...".
Οι νοικοκυρές μας εύχονταν "και του χρόνου" και μας έδιναν χρήματα ή μας έριχναν από το ρογί του σπιτιού, λάδι στο ντενεκάκι που κάποιος από μας κρατούσε.. Φυσικά το ύψος της αμοιβής ήταν πάντα σχετικό με την οικονομική κατάσταση και την ...τσιγκουνιά του καθενός. Στα λυπημένα σπίτια δεν λέγαμε τα κάλαντα. Όταν τελείωνε η γύρα και περνούσαμε όλα τα σπίτια του Χωριού, πηγαίναμε και πουλάγαμε το λάδι στον μπακάλη και κάναμε δίκαιη μοιρασιά σε όλα τα έσοδα.
Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα στα χωριά της Έξω Μάνης
Την παραμονή της πρωτοχρονιάς, την ίδια ώρα βγαίναμε στον "Άγιο Βασίλη" κρατώντας μια κλάρα ελιές με καρπό. Σε κάθε σπίτι που πηγαίναμε κόβανε και από ένα κλαδάκι ελιάς και το έβαζαν κοντά στο τζάκι. Ήταν για βοήθεια και θα έμενε εκεί για αρκετό χρονικό διάστημα.
(Από το περιοδικό «Μάνη, χθες, σήμερα, αύριο»)
Ε. ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ.
Τα κάλαντρα.
Τα κάλαντα (αρχαίο έθιμο σχετικό με την αρχή του χρόνου), κάλαντρα στην κρητική διάλεκτο, είναι τραγούδια που, με αφορμή το θρησκευτικό περιεχόμενο της εορτής, ζητουν φιλοδωρήματα για τους τραγουδιστές, τους καλαντράδες. Η βάση των παραδοσιακών καλάντων σε όλη την Ελλάδα είναι κοινή: αφού λένε για την εορτή, περνάνε στα παινέματα (επαίνους) για το νοικοκύρη, την «κερά», το γιο και τη θυγατέρα, με στίχους που είναι ένας ποταμός από εικόνες εκπληκτικής ομορφιάς, γεμάτες όμορφες κοπελιές, ξομπλιαστές, υφαντά, γραμματικούς με χρυσά κοντύλια (μολύβια), σπαθιά και ευαγγέλια κ.λ.π. (που τα σημερινά παιδιά της πολυκατοικίας και της τηλεόρασης, χωρίς να φταίνε βέβαια τα ίδια, μάλλον δεν θα τα καταλάβαιναν καν), και καταλήγουν στα δοσίματα: γ-ή απάκι γ-ή λουκάνικο γ-ή από λαγού κομμάτι, γ-ή από τη μαύρη όρνιθα κιανένα-ν-αβγουλάκι, κι αν είν’ κι απού τη γαλανή (άσπρη) ας είν’ και ζευγαράκι (δύο αβγά). Κι απού το λαδοπίθαρο κιαμια οκά λαδάκι, κι αν είν’ και περισσότερο, κρατούμε μεις τ’ ασκάκι (να το βάλουμε)…Όχι εφετζίδικα δώρα, όχι εμπορεύματα, αλλά είδη πρώτης ανάγκης!
(Από το περιοδικό του Ρεθύμνου «Πολιτεία»)
Αναλυτικά τα κάλαντα σε όλες τις παραλλαγές τους μπορείτε να βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο:
Τα κάλαντα των Χριστουγέννων στην πλήρη τους έκδοση με όλη την ιστορία της Γέννησης του Χριστού εδώ:

Κυριότερες πηγές:
Γ.Α.Μέγα: "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΑΘΗΝΑ 1992
Δημητρίου Σ.Λουκάτου: "Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών", ΦΙΛΙΠΠΟΤΗΣ, ΑΘΗΝΑ 1997

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018

Το Χριστόψωμο


Ονομάζουμε «Δωδεκαήμερο» ή «Δωδεκάμερο» την περίοδο των δώδεκα ημερών, από την παραμονή των Χριστουγέννων ως τα Θεοφάνια (Φώτα). Το Δωδεκαήμερο είναι μια έντονη γιορταστική περίοδος που συνδέεται με πλήθος έθιμα, παραδόσεις και θρύλους του λαού μας. Έτσι, κατά τη λαϊκή πίστη, κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου, τα νερά είναι αβάφτιστα, έρχονται οι Καλλικάντζαροι και πειράζουν τους ανθρώπους, προφανώς επειδή ο Χριστός δεν έχει ακόμα βαπτισθεί.
Τα λαϊκά λατρευτικά μας έθιμα καθρεφτίζουν τη θρησκευτικότητα και συγχρόνως την ποιητική διάθεση, την φαντασία και τον πλούσιο συναισθηματικό κόσμο των Ελλήνων.
Στη συνέχεια θα δούμε μερικά από τα πιο γνωστά έθιμα του Δωδεκαήμερου, εκ των οποίων τα περισσότερα διατηρούνται μέχρι και σήμερα:
1. Το Χριστόψωμο
Από τις προετοιμασίες της παραμονής των Χριστουγέννων πιο χαρακτηριστική είναι εκείνη που αναφέρεται στο ζύμωμα του Χριστόψωμου. Τα παλαιότερα χρόνια εθεωρείτο ένα από τα πιο σημαντικά έθιμα των γιορτών των Χριστουγέννων. Η συνήθεια αυτή ήταν πολύ ριζωμένη στους αγρότες και τους τσοπάνηδες, ενώ επιβιώνει σαν έθιμο ακόμα και στις μέρες μας σε αρκετές περιοχές της πατρίδας μας. Απλές και ταπεινές νοικοκυρές κάνουν τη ζύμη με ιδιαίτερη ευλάβεια, γιατί το έργο αυτό θεωρείται θείο.
Περιγραφή. Είναι ζυμωτό και στρογγυλό, με ένα άσπαστο καρύδι και ένα σταυρό από ζυμάρι στο κέντρο του. Στην επιφάνειά του έχει χαραγμένα διάφορα καλλιτεχνικά σχέδια (φύλλα, λουλούδια, καρπούς, πουλιά), τα οποία χαράσσονται με ποτήρια ή κούπες από βελανίδια, τα οποία είναι ανάλογα με τη ζωή της κάθε οικογένειας και συμβολίζουν την αφθονία που θα ήθελαν να έχουν στην παραγωγή των ζώων και της σοδειάς του σπιτιού τους τη νέα χρονιά.
Οι γυναίκες φτιάχνουν το Χριστόψωμο με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή. Το ζύμωμά του, ιδιαίτερα τα παλαιότερα χρόνια, ήταν μια ιεροτελεστία και τα υλικά του, εκτός από φίνο αλεύρι και ειδική μαγιά (π.χ. από ξερό βασιλικό), περιελάμβαναν μέλι, σουσάμι, κανέλα, αμύγδαλα, γαρίφαλα, γλυκάνισο, μαστίχα και ροδόνερο. Στο τέλος του ζυμώματος το ευλογούσαν λέγοντας: "Ο Χριστός γεννιέται, το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει".  Θεωρείται ευλογημένο ψωμί και είναι έθιμο καθαρά χριστιανικό.
Παραλλαγές. Κατά τόπους το Χριστόψωμο φτιάχνεται σε διαφορετικές μορφές και έχει διαφορετικές ονομασίες όπως: "το ψωμί του Χριστού", "σταυροί", "βλάχες", "κουλούρα  ή κουλούρες των Χριστουγέννων" κ.ά.
Δρυμός Μακεδονίας. Στην πίτα κάθε γεωργικής οικογένειας στο Δρυμό της Μακεδονίας σχεδιάζονται με ζυμάρι: το αλέτρι με τα βόδια, μια στάβα (στοίβα) από δέματα δημητριακά, το βαρέλι του κρασιού και το σπίτι.
Βοσκοί - Σαρακατσάνοι. Στις κτηνοτροφικές περιοχές διακοσμούν το χριστόψωμο και με σκηνές από το έργο του βοσκού. Έτσι το Χριστόψωμο στολίζεται κυρίως με αρνάκια, κατσικάκια και το μαντρί. Πολύ ωραίο και καλοκεντημένο χριστόψωμο φτιάχνουν και οι Σαρακατσάνοι. Είναι ιδιαίτερα περήφανοι από το γεγονός ότι ο Χριστός γεννήθηκε ανάμεσα στους τσοπάνους και τα πρόβατα. Το πρώτο και το καλύτερο Χριστόψωμό τους, το φροντισμένο ευλαβικά, με κεντήδια, είναι για το Χριστό για τον "Αη" όπως λένε "για να τους φυλάει και να τους βλογάει". Το δεύτερο, η τρανή Χριστοκουλούρα, είναι για τα πρόβατα. Κι εκεί επάνω παριστάνεται με ζύμη όλη η ζωή της μάντρας.
Κοζάνη. Σε περιοχές της Κοζάνης το κουλούρι του χωραφιού και των προβάτων έχει σχήμα ζυγαριάς και το κρατούν στο σπίτι όλη τη χρονιά, σαν φυλαχτό, κρεμασμένο σε καρφί. Τις κουλούρες των ζώων τις θρυμματίζουν και βάζοντας λίγο αλάτι δίνουν τα θρύμματα στα ζώα για να είναι καλά όλη τη νέα χρονιά.


Στο τραπέζι των Χριστουγέννων. Σε πολλές περιοχές της χώρας μας το τραπέζι των Χριστουγέννων στρώνεται πανηγυρικά από το βράδυ της Παραμονής. Επάνω του τοποθετούνται το Χριστόψωμο κι ένα πιάτο μέλι. Γύρω από αυτά σκορπίζουν διάφορους ξηρούς καρπούς: καρύδια, αμύγδαλα, φουντούκια κλπ.
Πρώτα κόβουν "του Χριστού το ψωμί". Ο νοικοκύρης του σπιτού το  σταυρώνει και λέει: "Χρόνια πολλά και του χρόνου"! Κόβει το ψωμί και μοιράζει από μια φέτα στον καθένα. Στην αρχή θα φάνε μέλι και θα "υψώσουν" το τραπέζι.
Σύμφωνα με την παράδοση, ο συμβολισμός του ειδικού αυτού ψωμιού θέλει να δείξει ότι «όπως όλοι οι σπόροι του σταριού ενώνονται σε ένα ψωμί, έτσι και όλοι οι λαοί κάποτε θα ενωθούν με έναν ποιμένα, τον Χριστό». Μερικοί, εδώ βλέπουν ένα συμβολισμό της Θείας κοινωνίας.

 
Κυριότερη πηγή: Γ.Α.Μέγα: "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΑΘΗΝΑ 1992



Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Η Βασιλόπιτα


Το κατεξοχήν Πρωτοχρονιάτικο έθιμο είναι η Βασιλόπιτα. Είναι ένα έθιμο που το συναντάμε σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο με αρκετές βέβαια παραλλαγές,  οι παραλλαγές αυτές έχουν να κάνουν κυρίως με την σύστασή της.
Έτσι σε κάποια μέρη είναι κέικ ή τσουρέκι, σε άλλα αλμυρή ή γλυκιά πίτα με φύλλα ενώ σε κάποια άλλα είναι ψωμί σαν το Χριστόψωμο.
Διαφορές στις Βασιλόπιτες συναντάμε και στην διακόσμηση που φέρουν. Κοινό στοιχείο πάντως της διακόσμησης είναι ένας σταυρός και η αναγραφή του έτους.
Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η Βασιλόπιτα είναι στρογγυλή και μέσα της κρύβει ένα φλουρί (νόμισμα).
Η βασιλόπιτα είναι συνδυασμός του «εορταστικού άρτου» και του «μελιπήκτου» των αρχαίων προσφορών, τόσο προς τους θεούς όσο και προς τους νεκρούς ή τους κακούς δαίμονες για την εξασφάλιση της υγείας, της καλής τύχης και της ευλογίας του Αγίου Βασιλείου.
Στην πλειοψηφία τους οι Έλληνες κόβουν τη βασιλόπιτα αμέσως μετά την αλλαγή του χρόνου. Σε μερικές όμως, περιοχές της Ελλάδας η Βασιλόπιτα κόβεται στο μεσημεριανό τραπέζι, ανήμερα του Αγίου Βασιλείου την 1η Ιανουαρίου. Όποτε πάντως και αν κοπεί, ακολουθείται το ίδιο εθιμοτυπικό: Ο νοικοκύρης την σταυρώνει τρεις φορές με ένα μαχαίρι και μετά αρχίζει να κόβει τα κομμάτια. Το πρώτο είναι του Χριστού, το δεύτερο της Παναγίας, το τρίτο του Αγίου Βασιλείου, το τέταρτο του σπιτιού και ακολουθούν τα κομμάτια των μελών της οικογένειας με σειρά ηλικίας.  Εκείνος που θα βρει το φλουρί θα είναι ο τυχερός της νέας χρονιάς.


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑΣ

Ο Έπαρχος της Καισαρείας (Μόδεστος ή ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός κατά άλλους), σύμφωνα με κάποια παράδοση, ζητούσε φόρους από τους Χριστιανούς. Εκείνοι μη έχοντας να πληρώσουν επήγαν στον Άγιο Βασίλειο. Ο Αϊ-Βασίλης τότε τους παρότρυνε να μαζέψουν όλα τα χρυσαφικά και τα κοσμήματα των γυναικών τους και να του τα δώσουν. Αφού του τα πήγαν τα κοσμήματα, ο Άγιος ξεκίνησε μια και δυο για το σπίτι του Έπαρχου. Ο τελευταίος επειδή ντράπηκε τον Άγιο χάρισε στους Χριστιανούς το φόρο. Ο Άγιος όταν γύρισε στο σπίτι του, θέλησε να επιστρέψει τα χρυσαφικά και επειδή δεν ήξερε σε ποιόν ανήκει το καθένα, σοφίστηκε τον εξής τρόπο: Είπε και εζύμωσαν ψωμάκια μέσα στα οποία είπε και έβαλαν κι από ένα κόσμημα.
Την επόμενη μέρα έδωσε από μία σε κάθε Χριστιανό. Και τότε έγινε το θαύμα! Μέσα στην πίτα του βρήκε ο καθένας ό,τι είχε προσφέρει! Από τότε, λέει η παράδοση, κάθε χρόνο, στη γιορτή του αγίου Βασιλείου, κάνουμε κι εμείς πίτες και βάζουμε μέσα νομίσματα.

Αν και η πιο διαδεδομένη άποψη θεωρεί πως η τοποθέτηση του νομίσματος στην Αγιοβασιλόπιτα μιμείται τα χρυσαφικά που είχε τοποθετήσει ο Άγιος στα ψωμιά υπάρχει και μια ακόμη εξήγηση.
Η τοποθέτηση νομίσματος μέσα σε πίτα είναι αρχαιότατο έθιμο και αναφέρεται ως έθιμο κατά την ρωμαϊκή εορτή των Σατουρναλίων (Κρόνια).
Λέγεται ότι από τους Ρωμαίους υιοθετήθηκε στη δυτική και κεντρική Ευρώπη, και υπάρχει ως σήμερα, αλλά γίνεται κατά την εορτή των Θεοφανείων.
Αυτός ο οποίος το κερδίζει, ακόμη και στις μέρες μας φορά ως έπαθλο χάρτινο επίχρυσο στεφάνι.




ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΕΘΙΜΟΥ

Στα Ζαγόρια της Ηπείρου, εκτός από το νόμισμα, βάζουν μέσα στην πίτα κι από ένα σταυρό με καλάμι σιταριού, και κλήμα κρανιάς. Ανάλογα με το τι θα κερδίσει κανείς, οι δουλειές του θα πάνε καλά στη γεωργία, στην κτηνοτροφία ή στην οινοποιία. Ιδιαίτερα γραφικό στην Ήπειρο είναι το κόψιμο της πίτας στις στάνες των Σαρακατσαναίων. Εκεί, η βασιλόπιτα, φτιαγμένη από το πιο όμορφο και φρόνιμο κορίτσι της οικογένειας, από καθαρό σιτάρι, αυγά και μέλι, κόβεται, και ενώ όλοι παίρνουν το κομμάτι τους καθισμένοι γύρω-γύρω στο εορταστικό τραπέζι, τραγουδούν διάφορα τραγούδια, ενώ οι νέοι ρίχνουν στη φωτιά και κλωνάρια πρίνου. Καθώς τα πουρναρόφυλλα τριζοβολούν όλοι εύχονται "Έτσι να βελάζουνε πολλά αρνιά!".

Σε πολλά μέρη, το πρώτο κομμάτι της βασιλόπιτας είναι του Χριστού• σε άλλα, είναι της λεχώνας Παναγίας. Αυτό μάλιστα το βάζουν μπροστά στην εικόνα της. Αλλού κόβουν ένα κομμάτι για το Χριστό, την Παναγία και τους αγίους και το βάζουν πάλι στο εικονοστάσι. Οι απαρχές των αγαθών ανήκουν στον Κύριο της κτίσης.
Στη μέση της εκκλησίας, το Σεπτέμβρη, θα δούμε πάνω στο λευκοντυμένο τραπεζάκι, πλην των άρτων για την αρτοκλασία, κρασί, λάδι, σταφύλια. Όμοια και οι αρχαίοι πρόγονοί μας πρόσφεραν στη θεά Δήμητρα, στον Απόλλωνα, στο Διόνυσο, τα ολοκαρπώματα.
Ο άνθρωπος αναφέρεται στην πηγή του αυθόρμητα. Κάθε τόπος στη χώρα μας έχει τη δική του βασιλόπιτα. Αλλού είναι πίτα με τυρί κι αυγά, αλλού με χόρτα διάφορα και φύλλα ανάμεσα, αλλού ψωμί απλό, με λάδι μέσα και σουσάμι από πάνω. Ήταν πάντα απλή και λιτή. Η βασιλόπιτα - κέικ είναι μάλλον επίδραση ευρωπαϊκή. Η ελληνική βασιλόπιτα είναι οι καρποί της γης, οι απαρχές τους, που αφιερώνονται εορταστικά στον Άγιο.

Σε αγροτικές περιοχές, παλιότερα, έκρυβαν μέσα στη βασιλόπιτα και τα σύμβολα των διαφόρων επαγγελμάτων. Ένα μικρό άροτρο, σφυράκι, αργαλειό, πινέλο, κοντυλοφόρο κ.ά. Έτσι ο Αϊ-Βασίλης μοίραζε τις δουλειές έμμεσα, έκανε και τον επαγγελματικό προσανατολισμό, μια και καθένας χαιρόταν ή λυπόταν, ανάλογα με την κλίση του, γι' αυτό πού έβρισκε στο κομμάτι του.


 
Περισσότερα έθιμα για το Δωδεκαήμερο μπορείτε να βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο:
http://eclass31.weebly.com/chirhoiotasigmatauomicron973gammaepsilonnunualpha.html#.Ura2qVaTvX7

 

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Οι Καλλικάντζαροι

Πρόκειται για περίεργα και αλλόκοτα όντα, που κατά τη λαϊκή αντίληψη, έρχονται στη γη και ενοχλούν κατά τις νύχτες τους ανθρώπους, από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Θεοφάνεια. Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία τις μέρες αυτές «τα νερά είναι αβάφτιστα» και οι Kαλλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους τώρα που ο Χριστός είναι και εκείνος αβάφτιστος.
 
Συνήθη μέρη που μένουν μετά τον ερχομό τους είναι οι μύλοι, τα γεφύρια, τα ποτάμια και τα τρίστρατα (μεγάλα μονοπάτια) όπου παραμονεύουν μόνο κατά τη νύκτα και φεύγουν με το τρίτο λάλημα του πετεινού.
 
Οι Kαλλικάντζαροι είναι  μια παλιά παράδοση στην πατρίδα μας. Και σε κάθε τόπο, και πιο πολύ στα χωριά, υπάρχουν χίλιοι θρύλοι και έθιμα γύρω από αυτούς.
Είναι γνωστοί με διάφορα ονόματα, όπως «Καλλικάντζαροι» (πανελλαδική κοινή ονομασία), «καλλικαντζαραίοι», «καρκάντζαλοι», «καρκάντζαροι», «λυκοκάντζαροι», «καλκατζόνια», «καλκάνια», «καλιτσάντεροι», «σκαλικαντζέρια», «σκαντζάρια», «τζόγιες», «καλοκυράδες», «βερβελούδες», «κωλοβελόνηδες» κ.ά.
Οι Kαλλικάντζαροι δεν θα πρέπει να συγχέονται με άλλα «δαιμόνια» της Ελληνικής υπαίθρου, που έχουν μεν τα ίδια χαρακτηριστικά αλλά που εμφανίζονται μέσα σ΄ όλο το χρόνο όπως οι «παγανοί», «αερικά», «ξωτικά», «παρωρίτες», «τσιλικρωτά», «καλιοντζήδες», «πλανήταροι», «κατσιάδες», «κάηδες», «καλισπούδηδες», «καημπίλιδες», «σιβότες» και «σιφώτες», «χρυσαφεντάδες» και που γενικά εμφανίζονται και συμπεριφέρονται ως Καλλικάντζαροι.
 
Σύμφωνα με μια θεωρία οι Kαλλικάντζαροι προήλθαν από τους Κανθάρους. Κάνθαροι ή Kαλλικάντζαροι κατ' ευφημισμό ήταν βλαπτικά κολεόπτερα για τους αγρούς και για τ' αμπέλια. Ύστερα εμφανίστηκαν σαν δαιμόνια με μορφή κανθάρων. Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους οι μεταμφιεσμένοι και άλλα στοιχεία κυρίως παλαιά, προστέθηκαν και μεταπλάστηκαν στα σημερινά δαιμόνια, τους Kαλλικάντζαρους.
Άλλη θεωρία υποστηρίζει την άποψη πως οι Kαλλικάντζαροι προέρχονται από τις αρχαίες κήρες δηλ. τις ψυχές των νεκρών. Σύμφωνα με άλλους οι Kαλλικάντζαροι παρουσιάζουν ομοιότητες με τους ελληνικούς Σατύρους.
Υπάρχει κι άλλη άποψη. Επειδή οι δώδεκα μέρες του Δωδεκαημέρου προστέθηκαν για να εναρμονιστεί ο σεληνιακός με τον ηλιακό χρόνο θεωρήθηκαν μέρες εμβόλιμες, μη κανονικές. Κατά το διάστημα αυτό επέρχεται μια αναστάτωση στην τροχιά του χρόνου. Σ' αυτή την αλλαγή παρουσιάζονται μυστηριώδη όντα ενοχλητικά ή βλαπτικά. Τέτοιοι είναι οι Kαλλικάντζαροι που αντιπροσωπεύουν τους Δαίμονες της βλαστήσεως. Η βλάστηση αρχίζει να οργιάζει αυτή την εποχή. Σε τέτοια ανάστατη εποχή βρίσκουν ευκαιρία και οι Νεκρικοί Δαίμονες (που σχετίζονται με τους Βλαστικούς Δαίμονες, να επιφαίνονται πάνω στη γη. Εμφανίζονται δηλαδή οι νεκρικές ψυχές σαν Δαίμονες.
 

Ο λαός τους φαντάζεται με διάφορες μορφές κατά περιοχή με κοινό γνώρισμα την ασχήμια τους. Είναι κακομούτσουνοι και σιχαμένοι. Καθένας από τους Kαλλικάντζαρους έχει κι από ένα κουσούρι. Κουτσοί, στραβοί, μονόματοι, μονοπόδαροι, στραβοπόδαροι, στραβόστομοι, στραβοπρόσωποι, στραβομούρηδες, στραβοχέρηδες, ξεπλατισμένοι, ξετσακισμένοι και κοντολογής όλα τα κουσούρια και τα σακατιλίκια του κόσμου τα βρίσκεις όλα πάνω τους.
Συνήθως φαντάζονται νάνοι, αλλά και ψηλοί, μαυριδεροί, σκουρόχρωμοι, με μαλλιά μικρά και ατημέλητα, μάτια κόκκινα, δόντια πιθήκου, δασύτριχοι, με τρίχες σε όλο τους το σώμα, χέρια και νύχια πιθήκου, πόδια τράγου ή γαϊδάρου ή το ένα γαϊδάρου και το άλλο ανθρώπινο, μισοί γαϊδούρια και μισοί άνθρωποι  αλλά και σαν «μικροί σατανάδες», άλλοτε γυμνοί και άλλοτε ρακένδυτοι με σκούφο από γουρουνότριχες και με παπούτσια άλλοτε σιδερένια και άλλοτε με τσαρούχια ή τσαγγία.
 
Μεταξύ τους είναι διχόγνωμοι, φιλόνικοι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος καμιά δουλειά κι όλα τα αφήνουν στη μέση. Είναι κακά και πονηρά όντα και δεν μπορούν να κάνουν κακό στους ανθρώπους, αλλά μόνο να τους πειράξουν, να τους ενοχλήσουν ή να τους φοβίσουν, αφού θεωρούνται μωροί και ευκολόπιστοι. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι τα περιπαίζουν και τα βρίζουν και τα λεν σταχτοπόδηδες, σταχτιάδες, κατρουλήδες κ.λ.π.
Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια κάνοντας μεγάλη φασαρία. Και ότι βρουν απλωμένα τα ποδοπατούν.
Αλίμονο σε κείνον που θα πρέπει να βγει τη νύχτα και να πάει σε μακρινή δουλειά κυρίως έξω απ' το χωριό. Τα πνεύματα αυτά παρουσιάζονται μπροστά του με διάφορες μορφές για να τον εκφοβίσουν ή να τον βλάψουν. Λέγεται ότι ανεβαίνουν στους ώμους των ανθρώπων που συναντούν τη νύκτα και προσπαθούν να τους πνίξουν αν δεν αποκριθούν σωστά σε ότι ερωτηθούν. Οι Kαλλικάντζαροι φαντάζουν και χορευταράδες, αρπάζουν όποιον βρουν τη νύκτα και τον στροβιλίζουν στο χορό μέχρι να πέσει λιπόθυμος, ο γνωστός χορός των Kαλλικάντζαρων. Τους καλούς χορευτές τους ανταμείβουν.
 
Την παραμονή των Χριστουγέννων, έρχονται απ' έξω απ' το χωριό και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα για να μπουν μέσα. Έρχονται τις νύχτες του Δωδεκαήμερου και μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, απ΄ όπου μπορούν να μαγαρίσουν την κουζίνα σε ότι δεν είναι νοικοκυρεμένο, αρπάζουν ενδύματα, σκορπούν το αλεύρι ή την τέφρα από το τζάκι που θεωρείται ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση. Γι’ αυτό και τα τζάκια εκείνες τις μέρες είναι αναμμένα και έχουν πολύ φωτιά, γιατί τη φωτιά οι Καλλικάντζαροι τη φοβούνται πολύ. Αν καμιά φορά μπει κάποιος Καλλικάντζαρος στο σπίτι οι νοικοκυρές το κυνηγάνε με πυρωμένα δαυλιά. Όταν όμως συλλάβουν κανένα από τους καλλικάντζαρους τον δένουν και τον υποχρεώνουν να μετρήσει τις τρύπες του κόσκινου!
 
Προκειμένου βέβαια οι νοικοκυραίοι να αποφύγουν ένα τέτοιο συρφετό ρίχνουν στα κεραμίδια κομμάτια από χοιρινό ή λουκάνικα ή ξηροτήγανα!
Συνήθως δεν αφήνουν μαλλί πάνω στη ρόκα οι νοικοκυρές αυτές τις μέρες, γιατί οι Καλλικάντζαροι, έρχονται και προσπαθούν να γνέσουν κι αυτοί, το στρίβουν το πετάνε, το μπερδεύουν κι έτσι το μαλλί είναι για πέταμα.
 
Όταν οι νοικοκυρές έψηναν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα στο τηγάνι από αλεύρι, οι Καλλικάντζαροι ανέβαιναν στην καπνοδόχο και άπλωναν το χέρι τους ως κάτω στην εστία (γιατί μπορούσαν να απλώνουν και να μακραίνουν τα χέρια τους και τα πόδια τους όσο ήθελαν) και ζητούσαν ή βουτούσαν ότι υπήρχε στο τηγάνι ή στη θράκα.
Η τροφή τους κυρίως ακάθαρτη: σκουλήκια, βάτραχοι, φίδια, ποντίκια κ.ά. χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποστρέφονται τα εδέσματα του Δωδεκαήμερου.
Αλλά η πιο προσφιλής τροφή για τους Καλλικάντζαρους ήταν το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο όταν ψηνόταν και έπεφτε στην ανθρακιά, σκορπούσε μια πολύ ευώδη και πολύ ευάρεστη μυρωδιά. Γι' αυτό οι νοικοκυραίοι σκέπαζαν το χοιρινό με σπαραγγιά. Το σπαράγγι όταν είναι τρυφερό είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν όμως μεγαλώσει γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος και γι' αυτό σκέπαζαν το χοιρινό για να μην πλησιάζουν οι Καλλικάντζαροι. Με σπαράγγια επίσης σκέπαζαν και τα λουκάνικα και οτιδήποτε είχαν ετοιμάσει που είχε σαν πρώτη ύλη το χοιρινό.
Κατά διάφορες ελληνικές δοξασίες οι Καλλικάντζαροι ήταν άνθρωποι με κακιά μοίρα μεταβαλλόμενοι σε δαιμόνια. Γίνονται δε Καλλικάντζαροι αυτοί που έχουν γεννηθεί μέσα στο Δωδεκαήμερο εκτός και αν βαπτισθούν αμέσως, ή εκείνοι στους οποίους ο ιερέας δεν ανέγνωσε σωστά τις ευχές του βαπτίσματος, τα τερατώδη βρέφη, ή όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο ή αυτοκτόνησαν, ή όσοι δεν έχουν ισχυρό Άγγελο για να τους προστατεύει.
 
Τα αποτρεπτικά μέσα που λαμβάνονται κατά των Καλλικάντζαρων διακρίνονται στις παρακάτω κατηγορίες:
Α) Πράξεις χριστιανικής λατρείας: Το σημείο του Σταυρού στην πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού. Ο Αγιασμός των σπιτιών και μάλιστα τη παραμονή των Φώτων. Ακόμη η απαγγελία του «Πάτερ ημών….» (τρις).
Β) Επωδές (ξόρκια): όπως ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καμένα που όταν ακούσουν οι Καλλικάντζαροι φεύγουν.
Γ) Μαγικές πράξεις: Κάπνισμα με δυσώδεις ουσίες (παλιοτσάρουχου), εμφανή επίδειξη χοιρινού οστού, χαϊμαλιά πίσω απ’ την πόρτα, το μαυρομάνικο μαχαίρι, το αναμμένο δαυλί.
Δ) Φωτιά. Θεωρείται ως το κύρο μέσο για να κρατηθούν οι Καλλικάντζαροι μακριά από τις κατοικίες των ανθρώπων. Η φωτιά, σύμφωνα με την παράδοση, έχει τη δύναμη να αποτρέπει τα δαιμόνια. Γι' αυτό το τζάκι καίει μέρα νύχτα, όλο το Δωδεκαήμερο. Την παραμονή των Χριστουγέννων κάθε νοικοκύρης φέρνει και τοποθετεί στο τζάκι του σπιτιού του ένα χοντρό ξύλο, κομμένο από δέντρο αγκαθωτό (αχλαδιά, αγριοκερασιά), γιατί το αγκάθι και όλα τα αγκαθωτά δέντρα απομακρύνουν, σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη, τους δαίμονες. Το κούτσουρο αυτό λέγεται Χριστόξυλο ή δωδεκαμερίτης ή σκαρκάντζαλος. Πριν τοποθετηθεί στο τζάκι το ραίνουν με ξηρούς καρπούς. Τόσο τα ξύλα που απομένουν από τη φωτιά, όσο και η στάχτη, έχουν δύναμη αποτρεπτική και χρησιμοποιούνται για να προφυλάξουν το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό: ξωτικά, σκαθάρια, χαλάζι.
 
Την ημέρα των Φώτων ο παπάς περνάει και αγιάζει τα σπίτια. Πασίγνωστη είναι η δοξασία που όταν οι Καλλικάντζαροι φεύγουν κατά τον αγιασμό των σπιτιών φωνάζουν σε ρυθμό:

«Φεύγετε να φεύγωμε
τι έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.
Μας άγιασε μας έβρεξε
και μας, μας εκατέκαψε!»
 
Με την αναχώρηση των Καλλικάντζαρων, η στάχτη από το τζάκι μαζεύεται και το τζάκι καθαρίζεται. Η στάχτη πετιέται σε μέρος που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο (αλυσίβα, λίπασμα κ.λ.π.)
Πραγματοποιείται καθαρμός των χωριών και των οικιών της υπαίθρου με φωτιές υπαίθριες. Επίσης καθαρίζονται και τα κόπρια των ζώων από τα κατώγια και οι άνθρωποι πλένονται, το εικονοστάσι καθαρίζεται, αλλάζει το νερό στο καντήλι κ.λ.π. γιατί οι Καλλικάντζαροι πέρα από τα προβλήματα που έχουν προξενήσει στους νοικοκυραίους έχουν μαγαρίσει και όλους τους χώρους.


 

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΓΗΣ
 
Κάτω από τη γη υπάρχει ένα μεγάλο δένδρο, ωσάν στύλος πελώριος και γερός, και βαστάει τη γη. Έτσι έλεγαν οι παλαιότεροι. Εκεί κάτω ευρίσκονται όλο το χρόνο οι Καλλικάντζαροι και δουλεύουν νύκτα και ημέρα. Προσπαθούν να κόψουν το στύλο, που βαστάει τη γη, γιατί θέλουν να την ιδούν να γκρεμίζεται και να γελούν. Κτυπούν λοιπόν με μικρά τσεκουράκια και πριονίζουν με πριονάκια. Κάθε χρόνο, μόλις ζυγώνουν να το κόψουν, να σου και έρχονται και τα Χριστούγεννα.
— Άιντε, πάμε τώρα να γλεντήσουμε λίγο επάνω στη γη, πειράζοντας τους ανθρώπους, γιορτές ημέρες που ήρθαν. Πάμε, και στο γυρισμό μας το αποκόβουμε.
Έρχονται λοιπόν κοντά  μας.   Μπαίνουν στα σπίτια από την καπνοδόχο, κατουρούν τη φωτιά, καβαλικεύουν στους ώμους τους διαβάτες, μολύνουν τις τροφές κλπ. Την ημέρα των Φώτων,  με τον αγιασμό των νερών, οι Καλλικάντζαροι σπεύδουν να εξαφανιστούν τραγουδώντας:
Φεύγετε να φεύγουμε,
γιατ’ ήρθε ο διαβολόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.

Στο γυρισμό τους όμως ευρίσκουν το δένδρο να έχει θρέψει. Και τότε αρχίζουν πάλι από την αρχή.
Ευτυχώς πού είναι κουτούτσικοι οι Καλλικάντζαροι, για τούτο κάθε χρόνο πάντα τα ίδια κάμνουν και πάντα τα ίδια παθαίνουν με τούτο το θεόρατο δένδρο, πού κρατάει τη γη ολόκληρη με τα χωριά της και με τις πολιτείες της.

Ο ΜΥΛΩΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ

 
Μια φορά ένας μυλωνάς είχε ωραία φωτιά με κάρβου­να στο μύλο του και έψηνε μια σούβλα κρέας. Εκεί που εγύριζε τη σούβλα του, βλέπει στην άλλη μεριά έναν Καλλικάντζαρο και εγύριζε μια σούβλα με βατράχους! Δεν του εμίλησε διόλου. Ύστερα από λίγο τον ερωτά ο Καλλικάντζαρος πώς τον λέγουν.
— Εαυτό με λέγουν, του λέγει ο μυλωνάς.
Εκεί πού εγύριζε τη σούβλα και το κρέας ήταν ροδο­κόκκινο και εμοσχομύριζε, ο Καλλικάντζαρος βάζει την ιδι­κή του σούβλα με τους βατράχους επάνω στο κρέας.
Πάτ! δεν αργεί ο μυλωνάς και του φέρνει μια με ένα αναμμένο δαυλί και, καθώς ο Καλλικάντζαρος ήταν γυμνός, τον κατάκαψε!
Φωνές και κακό  ο Καλλικάντζαρος!
— Βοηθάτε, αδέρφια, γιατί μ'  έκαψαν!
— Βρε,  ποιος σ' έκαψε; του λέγουν  οι άλλοι Καλλικάντζαροι απ' έξω.
— Ο εαυτός μ’ έκαψε, τους λέγει εκείνος από μέσα.
— Αμ’ σαν εκάηκες από τον εαυτό σου, τι σκούζεις έτσι; Και  έτσι  την   έπαθε  ο  καλός σου   ο   Καλλικάντζαρος, γιατί ο μυλωνάς εφάνηκε εξυπνότερός του.
Πηγή: Αναγνωστικό Δ΄ Δημοτικού, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1974

...Και ένα παραμύθι με Καλλικαντζάρους:

Κυριότερες πηγές:
Γ.Α.Μέγα: "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΑΘΗΝΑ 1992
Αναγνωστικό Δ΄ Δημοτικού, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1974
Wikipedia