Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Οι μαθητές σκέφτονται και γράφουν...

Χάρτης της Ανταρκτικής
 
Πώς πέρασα στην Ανταρκτική
 
 Το όνειρό μου ήταν πάντα να πάω στην Ανταρκτική γιατί έχει ένα θέαμα που πουθενά δεν μπορείς να δεις.
 Η θεία μου δούλευε σε μια φαρμακευτική οργάνωση στην Ανταρκτική και μου έλεγε πολλές ιστορίες για το πώς ήταν οι παγετώνες και διάφορα άλλα.
 Μια μέρα όταν με πήρε η θεία μου τηλέφωνο από την Αυστραλία, με προσκάλεσε να πάμε για μια εβδομάδα εκεί. Αλλά εμένα αλλού ήταν το μυαλό μου. Ήταν στην Ανταρκτική.
  Έτσι αποφάσισα να πάω εκεί που ήθελα πάντα.
 Η θεία μου μόλις άκουσε ότι έρχομαι ήταν ενθουσιασμένη , το ίδιο κι εγώ, και πήραμε ένα αεροπλάνο για να πάμε στην Ανταρκτική.
 Μόλις έφτασα , με υποδέχτηκε με χαρά και ήμουν τόσο ευτυχισμένη που ακουμπούσα τόσο απαλό και κρύο έδαφος.
 Μας βρήκαν ένα δωμάτιο και μόλις τακτοποιηθήκαμε, βγήκαμε για μια βόλτα στον πάγο και στο χιόνι.
 Αλλά μου απαγόρευαν να πηγαίνω πολύ κοντά στον πάγο γιατί μπορούσε να ραγίσει και να πέσω μέσα.
 Όπως μου είπαν, κόντευε χειμώνας με σφοδρές χιονοπτώσεις και χιονοθύελλες που πηγαίναν 213 μίλια την ώρα.
 Μάλιστα μου είπαν και κάτι άλλο, ότι σε κάποια μέρη υπάρχουν πιγκουίνοι αλλά άμα ήθελα να τους δω θα έπρεπε να βιαστώ γιατί όπως μου είπαν κόντευε χειμώνας και κάθε εποχή ήταν 6 μήνες καλοκαίρι και 6 μήνες χειμώνας.
 Μόλις άρχισε ο χειμώνας, ο καιρός ήταν πολύ χάλια και φοβόμουν γιατί είμαι παιδί και ο καθένας θα φοβόταν σε τέτοιες καιρικές συνθήκες.
 Οι άνθρωποι που ήταν εκεί, έκανα   την ανάγκη τους σε μπουκάλια γιατί απαγορεύεται να κάνεις την ανάγκη σου οπουδήποτε στην Ανταρκτική.
 Όταν έπεσε το απόλυτο σκοτάδι, άκουγα διάφορους ήχους από αρκούσες και άλλα ζώα που έβλεπα να πηγαίνουν προς τις σπηλιές τους αλλά δεν φαινόντουσαν καλά επειδή ήταν ΑΠΌΛΥΤΟ ΣΚΟΤΆΔΙ.
 Όταν άκουγα περίεργους ήχους πάλι φοβόμουν επειδή όπως είπα και πριν οποιοσδήποτε θα φοβόταν, μικρός ή μεγάλος.
 Τον επόμενο μήνα τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα επειδή είχε λίγο ήλιο και πολλά σύννεφα.
 Οι άνθρωποι εκεί πήγαν να την εξερευνήσουν λίγο και ήθελα να πάω κι εγώ μαζί τους αλλά μου απαγόρευαν να πάω κι εγώ , γιατί μπορεί να έβλεπα κάτι αηδιαστικό και τρομακτικό.
 Πέρασαν 4 μήνες και επιτέλους θα πήγαινα στο σπίτι μου αλλά κάτι έπαθε το αεροπλάνο και έπρεπε να περιμένουμε 1 μήνα για να φτιαχτεί και να έρθει να μας πάρει.
 Πέρασε κι άλλος 1 μήνας και επιτέλους θα πήγαινα σπίτι μου.
 Ήρθε το αεροπλάνο να μας πάρει και να μας πάει στην Αυστραλία όπου από εκεί θα με πήγαινε η θεία μου στην Ελλάδα.
 Την ώρα που φτάσαμε στο χωριό μου, πήγα και τα είπα όλα στην μαμά, στην αδερφή και στον μπαμπά μου.
 Επειδή γυρίσαμε τα ξημερώματα, έπεσα να κοιμηθώ.
 Την επόμενη μέρα ξύπνησα και έγραψα στο ημερολόγιό μου.
 Ήταν υπέροχη εμπειρία και ο καθένας θα ήθελε να πάει. Δεν θα ήθελα να ξαναπάω, αλλά είναι μια ευκαιρία της ζωής και για αυτό κι εγώ θα προτείνω σε όλο τον κόσμο γιατί μια φορά ζεις και ό,τι θες να κάνεις να το κάνεις τώρα!
Δέσποινα Πάρτσιου, Ε΄ τάξη
 
 
 
Ήταν μια συνηθισμένη μέρα στην ΕΛΛΑΔΑ, ένας φίλος μου με τον θείο και τον μπαμπά του με προσκάλεσε να πάω στην Ανταρκτική, αλλά εγώ περιέργως δέχτηκα.
 Στο αεροπλάνο τραγουδούσα «δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα» μόνο που αντί για Ελλάδα έβαζα Ανταρκτική αν και ήταν μεγάλο ψέμα. Εγώ έριξα έναν ύπνο, να μην πάμε και νυσταγμένοι.
 Όταν κατεβαίναμε εγώ γλίστρησα και το κεφάλι μου χώθηκε στο χιόνι. Μετά πήγαμε στα δωμάτιά μας και φτιαχτήκαμε. Εμείς επίσης προσγειωθήκαμε στο Μαχμούντ, τι όνομα είναι αυτό; Τέλος πάντων, πήγαμε σε μια αποθηκούλα που είχε τζετ σκι και κάναμε βόλτες, επίσης ξέχασα να πω ότι είναι καλοκαίρι και είναι στο 4ο μήνα που είναι μέρα.
 Μετά από 6 μήνες
Τώρα έρχεται ο εφιάλτης της Ανταρκτικής, είχε μια ολοσκόταδη νύχτα, με παγετώνες με χιόνια, με πάγους ένιωθες λες σαν ψυγείο που είχες μέσα σου παγωτά  βανίλια γιατί η σοκολάτα δεν μ΄ αρέσει
Τότε μέσα στο σκοτάδι είδα ένα φως, ήταν ένα αεροπλάνο που ήρθε για να πάρει κάποιους άλλους. Αποχαιρέτησα τον φίλο μου και μπήκα κι εγώ στο αεροπλάνο.
Γύρισα πίσω και είχα να λέω τόσα που μέχρι να τα πω θα γινόμουν 80 χρονών, είχα περάσει τόσα πολλά και συναρπαστικά πράγματα που δεν θα τα ξεχάσω ποτέ.
Χρίστος Χαριζάνης, Στ΄ τάξη
 
Πώς περάσαμε τα Χριστούγεννα
Τα Χριστούγεννα είναι γιορτή αγάπης. Όλοι στολίζουν τα σπίτια τους είτε με καραβάκια είτε με Χριστουγεννιάτικα δέντρα, βάζουν παντού φωτάκια και στολίζουν τα μπαλκόνια τους!
Την παραμονή Χριστουγέννων όλα τα παιδία πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Κατά το απόγευμα όλοι βάζουν τα καλά τους και ετοιμάζουν το γιορτινό τραπέζι για να υποδεχτούν τους καλεσμένους τους.
Μετά από μια εβδομάδα γιορτάζουμε την αλλαγή του χρόνου. Τα παιδιά πάλι βγαίνουν για να πουν τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, εκείνη την ημέρα αν βγεις έξω για μια βόλτα όλο και κάποιον θα δεις ντυμένο σαν Άγιο Βασίλη ή σαν ξωτικό ή σχετικό με αυτές τις μέρες. Πάλι το απόγευμα άλλοι ετοιμάζονται για να γιορτάσουν την αλλαγή του χρόνου ή άλλοι θα κάνουν ρεβεγιόν στο σπίτι τους. Μόλις πάει δώδεκα ακριβώς και έχει αλλάξει ο χρόνος κόβουμε την βασιλόπιτα όπου μέσα υπάρχει ένα φλουρί, όποιος κερδίσει το φλουρί θα είναι ο τυχερός του χρόνου!
Μετά από κάποιες μέρες γιορτάζουν τα Θεοφάνια ή αλλιώς τα Φώτα. Εκείνη την ημέρα ο παπάς πετάει έναν σταυρό στην θάλασσα και οι άντρες πηδούν μέσα στο παγωμένο νερό για να πιάσουν τον σταυρό!
Τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά, και τα Θεοφάνια είναι οικογενειακές γιορτές γι’ αυτό μαζεύονται όλοι μαζί οι συγγενείς και γιορτάζουν μαζί.
Μαρία Κυριακίδου, Στ΄ τάξη
 
Πώς πέρασα τα Χριστούγεννα
Κάθε Χριστούγεννα για εμένα είναι κάτι το ευχάριστο και το διασκεδαστικό αλλά για αυτή τη χρονιά τα Χριστούγεννα ξεχώρισαν
Τα Χριστούγεννα τα πέρασα θαυμάσια. Πήγαμε στης Σέρρες και είδαμε πολλά αξιοθέατα π.χ. την ακρόπολη, την σπηλιά και το κάστρο. Στο κέντρο των Σερρών υπήρχαν πάρα πολύ φοιτητές και το κέντρο έμοιαζε με την πλατεία Αριστοτέλους. Ήρθε και η ανιψιά μου η Έλλη μαζί με την αδερφή μου και τον γαμπρό μου. Την επόμενη μέρα είπα κάλαντα και γύρισα όλο το χωριό και μάζεψα 121 ευρώ. Πέρασα πολύ ωραία.
Την πρωτοχρονιά πέρασα ακόμα πιο ωραία. Την παραμονή που άλλαξε ο χρόνος κόψαμε την βασιλόπιτα και το φλουρί το έτυχε ο παππούς και η γιαγιά και ήπιαμε σαμπάνια στη υγεία τους. Έπειτα παίξαμε taboo. Την άλλη ημέρα πείρα το PS4 και είπα κάλαντα και μάζεψα 140 ευρώ αυτή τη φορά.
Τα φώτα πέρασα ακόμα πιο ωραία γιατί γιόρταζε η μαμά μου. Και μαζεύτηκε όλοι οι οικογένεια. Το φλουρί το έτυχε η αδερφή μου.
Αυτά τα Χριστούγεννα τα πέρασα πολύ ωραία ίσα με θαυμάσια.

Νίκος Σταμάτης, Στ΄ τάξη



Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Μηχανές από το μέλλον: Ρομπότ

 
Η εξέλιξη τα τελευταία χρόνια στον τομέα των υπολογιστών έχει οδηγήσει σε σημαντικά επιτεύγματα ιδιαίτερα στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η δημιουργία όλο και καλύτερων ρομπότ, τα οποία μιμούνται την ανθρώπινη κίνηση και συμπεριφορά. Πρόκειται για τα λεγόμενα ανθρωποειδή ρομπότ.
Αυτές τι ημέρες παρουσιάστηκε από την εταιρεία Boston Dynamics στην Αμερική το νέο ανθρωποειδές ρομπότ με το όνομα Atlas, το οποίο εντυπωσιάζει πραγματικά με τις κινήσεις του και τις αντιδράσεις του.

 
Το νέο ρομπότ μπορεί να περπατά σε ανώμαλο έδαφος και να σκέφτεται τις κινήσεις του.

 
 
 
 
 
 
 
 
Το ρομπότ Atlas, είναι σχεδιασμένο να λειτουργεί τόσο σε εξωτερικούς χώρους όσο και στο εσωτερικό των κτιρίων. Μπορεί κάποιος να ελέγξει τις κινήσεις του με τη χρήση ενός κινητού τηλεφώνου. Είναι ηλεκτροκίνητο και έχει αρκετά υδραυλικά μέρη. Χρησιμοποιεί αισθητήρες στο σώμα και τα πόδια για την επίτευξη ισορροπίας και ειδικούς αισθητήρες LIDAR στο κεφάλι του για να μπορεί να αποφεύγει τα εμπόδια, να αξιολογεί το έδαφος, να προχωρά και να χειρίζεται αντικείμενα.
Αυτή η νέα έκδοση του Άτλαντα έχει ύψος 1,8 μ. και ζυγίζει 82 περίπου κιλά.
Το ρομπότ αυτό που κατασκευάστηκε από την εταιρεία ρομποτικής Boston Dynamics, μπορεί ακόμη και να ανακτήσει την ισορροπία του ή και να σηκωθεί από το έδαφος αν κάποιος το σπρώξει με δύναμη...
Και έπεται συνέχεια!... 
 
Δείτε το απίστευτο βίντεο:
 

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Το ρολόι του παγκόσμιου πληθυσμού της Γης


Δεν έχει εισαχθεί τίτλος
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Ο παγκόσμιος πληθυσμός - τώρα!!!
Ο πληθυσμός του κόσμου σήμερα είναι περίπου 200.000 άτομα παραπάνω απ' ότι χθες .
Παρακολουθήστε ζωντανά σε πραγματικό χρόνο το ρολόι του παγκόσμιου πληθυσμού και παρατηρήστε πόσο γρήγορα αυξάνεται ο πληθυσμός της γης!
Αυτή η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού απαιτεί και μια τεράστια υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων της γης μας, πράγμα που σημαίνει πως γρήγορα θα πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο ζωής μας με έναν που θα έχει όλο και μικρότερες σπατάλες τροφής, νερού και ενέργειας...
 
Και άλλοι παγκόσμιοι μετρητές εδώ:

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Καλολογικά στοιχεία Β΄: Κοσμητικά επίθετα, Κυριολεξία, Μεταφορά & Παρομοίωση


 
1. Κοσμητικά λέμε τα επίθετα που συνοδεύουν ένα ουσιαστικό, μας λένε τι λογής είναι αυτό, ενώ συγχρόνως το ομορφαίνουν και το στολίζουν.
Π.χ. Αξέχαστη εκδρομή, Θαυμάσιος καιρός, σμαραγδένια ακρογιαλιά, περήφανα βουνά, καταπράσινος κάμπος, τριανταφυλλένιος ουρανός, μυρωδάτη άνοιξη κλπ.


2. Κυριολεξία λέγεται η χρησιμοποίηση των λέξεων με την αρχική,την κύρια, την πραγματική τους σημασία.
Π.χ.Είναι έξω απ’ το σπίτι, χρυσό νόμισμα, πικρός καφές, σκληρή πέτρα, βαθύ ποτάμι κλπ.

3. Μεταφορά είναι το σχήμα λόγου όπου οι λέξεις που χρησιμοποιούνται χάνουν την πραγματική,την κύρια, την αρχική σημασία τους και αποκτούν μια άλλη έννοια.
Δηλαδή, μεταφέρουμε τη σημασία μιας λέξης ή μιας φράσης, σε άλλες έννοιες ή πράγματα (κυρίως στον άνθρωπο).
Π.χ.Είναι έξω απ’ τα νερά του, χρυσός  άνθρωπος, πικρή πατρίδα, σκληρή καρδιά, βαθύ νόημα κλπ.

4. Παρομοίωση είναι το σχήμα λόγου, στο οποίο συγκρίνουμε δύο πρόσωπα, ζώα ή πράγματα κλπ, έτσι ώστε η σύγκριση αυτή να παρουσιάζει το ένα από αυτά πιο ζωηρό.
Στην παρομοίωση χρησιμοποιούμε για τη σύγκριση τις λέξεις: σαν, όπως, λες και, σάμπως, καθώς.
Π.χ. Το πεπόνι είναι γλυκό σαν μέλι, έγινε κίτρινος σαν λεμόνι, είναι πιστός σαν σκύλος, είναι άσπρος σαν το χιόνι, είναι οπλισμένος σαν αστακός κλπ.




ΠΡΟΣΟΧΗ !!
Δεν πρέπει να μπερδεύουμε το παρομοιαστικό σαν με το χρονικό σύνδεσμο σαν (=όταν) ή τον υποθετικό σύνδεσμο σαν (=αν).
π.χ. Τρόμαξε σαν (όταν) τον είδε.
Σαν (αν) θέλεις έλα.

 
Και ένα βίντεο για την κυριολεξία και μεταφορά:






Και τώρα λίγη εξάσκηση!
Κάνε κλικ στις παρακάτω εικόνες για να διασκεδάσεις και να μάθεις περισσότερα:





 
 

Κυριότερες πηγές: Δάσκαλος Κ., Η "ΤΡΙΤΗ" ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΤΑΞΗ, Μαγική Κιμωλία.

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Τα μεγαλύτερα ποτάμια και οι μεγαλύτερες λίμνες της Γης

Βοηθητικές παρουσιάσεις στο μάθημα της Γεωγραφίας:
 
 
 

Τα μεγαλύτερα ποτάμια της γης φαίνονται στην παρακάτω εφαρμογή:
 
 
Στη συνέχεια μπορούμε να δούμε πίνακες με τα μεγαλύτερα ποτάμια και τις μεγαλύτερες λίμνες της Γης:
 
 

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Χρόνια Πολλά!


 
Χρόνια Πολλά και
ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος 2016
 

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα στη σπηλιά

8η ιστορία
Χριστούγεννα στη σπηλιά, του Φώτη Κόντογλου


Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο.
Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].
Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές.
Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες [= τὰ κρόσια] κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος ἄνθρωπος!
Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.
Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.
Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.
Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.
Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.
Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.
«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.
Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.
«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!»
Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.
«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.


Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας... Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι!
Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!»
Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο.
«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»
Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.
Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:
Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.
Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».
Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!
Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.
Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.
Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.
Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.
Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα.
Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.
Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.
«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!
«Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.
Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:
«Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.
Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».
Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.
Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.
Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».